Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Ρίτσος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Ρίτσος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 30 Μαρτίου 2016

Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο


.

ΣΗΜΕΡΑ το στρατόπεδο σωπαίνει.
Σήμερα ο ήλιος τρέμει αγκιστρωμένος στη σιωπή
όπως τρέμει το σακάκι του σκοτωμένου στο συρματόπλεγμα.
Σήμερα ο κόσμος είναι λυπημένος.
Ξεκρέμασαν μια μεγάλη καμπάνα και την ακούμπησαν στη γη.
Μες στο χαλκό της καρδιοχτυπά η ειρήνη.
Σιωπή. Ακούστε τούτη την καμπάνα.
Σιωπή. Οι λαοί περνούν σηκώνοντας στους ώμους τους
το μέγα φέρετρο του Μπελογιάννη.
Οι δολοφόνοι κρύβονται πίσω από τα μαχαίρια τους.
Τραβηχτείτε πέρα δολοφόνοι. Τραβηχτείτε πέρα.
Σιωπή. Οι λαοί περνούν σηκώνοντας στους ώμους τους
το μέγα φέρετρο του Μπελογιάννη.
ΤΟΥΣ ΣΚΟΤΩΣΑΝ. Τους σκότωσαν.
Ένας άνεμος που πέρασε μες απ’ το σκοτεινό τούνελ της σιωπής μας έφερε το μαντάτο.
Τους σκότωσαν. Τους σκότωσαν.
Δυο ξεχασμένοι γλόμποι ξεθωριάζουνε στην ξώπορτα της μέρας.
Τους σκότωσαν.
Ο Πέτρος που ξυρίζονταν στην αυλή μπρος σ’ ένα καθρεφτάκι της τσέπης απόμεινε με το χέρι στον αέρα κρατώντας την ξυριστική του μηχανή σα να κρατούσε με τα δύο του δάχτυλα το χέρι του κόσμου και να μετρούσε το σφυγμό του.
Ο Βαγγέλης που ’πινε το πρωινό του τσάι
απόμεινε με τη μπουκιά στο στόμα
σα να κρατούσε ανάμεσα στα δόντια του μια πέτρα.
Είταν πικρό το τσάι σήμερα. Αφουγκραζόμασταν
ένα μεγάλο αμάξι που σταμάτησε στο δρόμο –
ένας τροχός του χτύπησε στο βράχο.
Μπορεί να ’ταν ο τροχός της ιστορίας.
Γιατί η γριούλα που βούρτσιζε στην μπαλκονόπορτα
το μαύρο κυριακάτικο φουστάνι της
πέτρωσε εκεί σα να κατάλαβε
τι μαύρο που ’ναι το μαύρο χρώμα
σα να ’δε ανεβασμένη μια μαύρη σημαία στο κατάρτι του χρόνου.
Μπορεί και να ’ταν ο τροχός της ιστορίας. Τους σκότωσαν.
Σάλεψε ή γη. Σάλεψαν τ’ αγκωνάρια του ουρανού.
Σάλεψε το δοκάρι του σπιτιού. Σάλεψε ή κρεμασμένη λάμπα
όπως σαλεύει το καρύδι στο λαιμό του ανθρώπου που καταπίνει το λυγμό του.
Σιωπή. Σιωπή. Τους σκότωσαν.
Κι είταν παράξενο να βλέπεις που δε σαλέψανε καθόλου οι αγελάδες και τ αρνάκια στην ταμπέλα του χασάπικου,
μόνο σα να ’σκυψαν λιγάκι τα κεφάλια τους
και ν’ αφουγκράζονταν κάτου απ’ της γης ένα βαθύ-βαθύ ποτάμι.
Σιωπή. Σιωπή. Τους σκότωσαν.
ΛΟΓΑΡΙΑΖΑΜΕ στα δάχτυλα: μεθαύριο,
μεθαύριο, ναι, μπαίνει ο Απρίλης.
Λέγαμε: θα βρούμε στο πανέρι της άνοιξης
πολλές χρυσές βελόνες, πολλές χρωματιστές κουβαρίστρες
να μπαλώσουμε το γέλιο του παιδιού
να μπαλώσουμε τις ρυτίδες της μάνας
να ράψουμε ακόμα κι ένα κομμένο πόδι, ένα σπασμένο κρανίο - λέγαμε.
Μια καρδιά χωρισμένη στα δύο,
απ’ τη μια το ψωμί και το φιλί
απ’ την άλλη το χρέος - θα σμίξει, λέγαμε,
μεθαύριο Απρίλης. Κάτου απ’ τα δέντρα η ειρήνη,
θα χαιρετιούνται οι άνθρωποι μες απ’ τα δίχτυα των αχτίνων
το φως θα κλείσει με τη φούχτα του την υψωμένη κάννη
θα χαμηλώσει η κάννη και θα γράψει στο χώμα
ένα μικρό κύκλο σαν το μηδέν
κι ύστερα γύρω στο μηδέν γραμμές - γραμμές
σαν τις αχτίνες του ήλιου που χαράζουν τα παιδιά στον άμμο.
Λογαριάζαμε στα δάχτυλα:
μεθαύριο Απρίλης και το Πάσχα
θα φιληθούνε οι άνθρωποι.
Τους σκότωσαν.
ΤΟΥΤΑ τα πρόσωπα είναι σαν τα σταματημένα ρολόγια.
Τι ώρα να ’ναι; Τι ώρα να ’ναι σήμερα;
Ποιος σταμάτησε τούτα τα ρολόγια;
Ποιος σταμάτησε στη μέση τον Απρίλη;
Ποιος έγραψε με κάρβουνο σταυρούς πάνου στις πόρτες;
Ποιος σταμάτησε το χαμόγελο στα μάτια της μάνας; Τι ώρα να ’ναι;
Ποιος έκοψε στα δυο την ελπίδα; Τι ώρα να ’ναι; Πέστε μου λοιπόν.
Η κυρα-Λένη γύρισε απ’ την αγορά μ’ άδειο το καλάθι της.
Δε θυμάμαι, είπε, γιατί πήγα.
Όπου πηγαίνω βρίσκουμαι μπροστά στους σκοτωμένους.
Αν έχεις κάτι να μου πεις θα το ξεχάσω.
Δεν ξεχνάω τους σκοτωμένους. Το φουστάνι μου
αγγριώνει στους σταυρούς. Οι νεκροί με κρατάνε.
Ό,τι μου πουν θα κάνω. Παιδί μου, παιδί μου,
αυτοί πέθαναν για να ζήσεις.
Μην το ξεχνάς. Αν το θυμάσαι αυτοί δε θα πεθάνουν.
Ο Αλέκος δε μιλάει. Μες απ’ την τρύπια κάλτσα του
τα δάχτυλά του παίζουν νευρικά. Τίποτ’ άλλο δε φαίνεται. Σιωπή.
Οι άνθρωποι στέκονται βουβοί μες στον αγέρα
με δυο χοντρές γροθιές σφιγμένες μες στις τσέπες τους.
Δεν ακούς τίποτα. Μόνο που τρίζουνε οι αρμοί στα δάχτυλά τους
καθώς σφίγγουν στη φούχτα τους τον πόνο.
Τι ώρα να ’ναι λοιπόν; Τι ώρα να ’ναι;
Σιωπή. Σιωπή. Παιδί μου να θυμάσαι.
Σιωπή. Οι λαοί περνούν σηκώνοντας στους ώμους τους
το μέγα φέρετρο του Μπελογιάννη.
ΟΧΙ ΔΕ ΣΟΥ ταιριάζει εσένα Μπελογιάννη τούτο το σιωπηλό πένθος
τούτες οι μαύρες κορδέλες άκρη άκρη στο φουστάνι της άνοιξης
τούτο το πράσινο σαπούνι που λιώνει ξεχασμένο στη σκάφη θολώνοντας το νερό.
Για σένανε είναι οι μεγάλες σάλπιγγες, τα μεγάλα τύμπανα,
οι μεγάλες καμπάνες και οι μεγάλες παρελάσεις,
ο μεγάλος όρκος των λαών πάνω στο φέρετρό σου
η μεγάλη μέρα της τριάντα του Μάρτη
που μπαίνει στο καινούργιο εορτολόγιο των ηρώων και των μαρτύρων της ειρήνης.
ΤΟΥΤΑ τα πρόσωπα είναι σαν τα σταματημένα ρολόγια.
Τι ώρα να ’ναι σήμερα; Τί ώρα να ’ναι αύριο;
Τί ώρα να ’ναι του χρόνου;
Εσύ σκαρφάλωσες στη ράχη του χάρου
κουρντίζοντας με γρήγορο χέρι το ρολόι του ήλιου.
Να φύγουν πιο γρήγορα οι δείχτες.
Να φύγει τούτη η μέρα.
Να φύγει το μαύρο απ’ τα μάτια μας.
Να φύγει τ’ άδικο απ’ τον κόσμο.
Οι δείχτες τρέχουν στον ορίζοντα
τρέχει το φως στα πρόσωπα. Εσύ κούρντισες το ρολόι του ήλιου
ως ν’ ανταμώσουν οι δυο δείχτες στην ειρήνη
ως ν’ ανταμώσει όλος ό κόσμος στην αγάπη.
Τώρα ας βροντήσουνε της Λευτεριάς τα τύμπανα κι οι σάλπιγγες.
ΝΙΚΟ, είχες μια καρδιά γεμάτη απ’ το αίμα του ήλιου.
Οταν περπατούσες στα ερείπια του φθινοπώρου
είχες πάντα στη μέσα τσέπη του σακακιού σου το σχέδιο της καινούργιας πολιτείας μας,
γι’ αυτό χαμογελούσε ο λαός μέσα στα μάτια σου.
Έφυγες τώρα Νίκο
ανάβοντας μ’ ένα γαρύφαλλο από φλόγα το κουράγιο του κόσμου,
ανάβοντας την ελπίδα στην καρδιά των λαών,
ανάβοντας τους αστερισμούς της ειρήνης στο στερέωμα του κόσμου,
πάνω απ’ τις πεδιάδες τις σπαρμένες με κόκαλα.
Έπεσες, Νίκο, με τ’ αφτί σου κολλημένο στην καρδιά του κόσμου,
ν’ ακούς τα βήματα της λευτεριάς να βαδίζουν στο μέλλον,
ν’ ακούς το μέλλον να ξεδιπλώνει εκατομμύρια κόκκινες σημαίες
πάνω απ’ το γέλιο των παιδιών και των κήπων.
Να κιόλας βλέπουμε τη νύχτα ετούτη
ανάμεσα στο άνοιγμα της σιωπής
να κρέμεται απ’ τούς κρίκους δυο μεγάλων άστρων
το λουκέτο της οικουμένης ξεκλείδωτο.
ΠΕΡΑΣΕ η μέρα. Ήρθε κι η νύχτα με το σπασμένο σταμνί της.
Μη μου πείτε τίποτα για τη λύπη της. Μη σκύφτε τα μέτωπα. Α­κουστε:
Ένας κουτσός περνάει· το μονό βήμα του στο πεζοδρόμιο –
Ορκιστείτε στ’ όνομα του Μπελογιάννη: να ’ναι τα βήματα ζυγά.
Ένας τρελλός φωνάζει κυνηγώντας τον άνεμο:
Ποιός μου πήρε το κόκκινο άλογό μου, κλέφτες, κλέφτες –
δέστε τα χέρια γύρω στο λαιμό του.
Ορκιστείτε στ’ όνομα του Μπελογιάννη να βρούμε το άλογό του.
Η νύχτα κόβει με το σουγιά της μικρά κομμάτια τ’ όνειρο.
Ένα δέντρο κάνει φτερά. Ένα παιδί μεγαλώνει.
Ορκιστείτε να ’χει το παιδί το ψωμί του και το βιβλίο του
να μάθει να γράφει σ’ αγαπώ,
να κρατάει μπράτσο τον ήλιο σ’ ένα ανθισμένο περιβόλι. –
Ο κομμουνισμός είναι η νιότη του κόσμου,
η λευτεριά και η ομορφιά του κόσμου. Ορκιστείτε.
Ο Μπελογιάννης κλαίει όπου σκοντάφτουμε. Ορκιστείτε
να ’ναι γερές οι ρόδες πού κυλάνε τη μέρα
να ’ναι η φωνή του κουλουρτζή μπροστά στις πρωινές πόρτες
σαν τη σιγουριά: θα πάρουμε καινούργια παπούτσια,
θα φτιάξουμε ένα σπίτι με τρία κάτασπρα δωμάτια,
με ηλεκτρική κουζίνα, ηλεκτρικό σίδερο,
να σιδερώνουμε τ’ αλατζαδένια πουκάμισα του Απρίλη
να διαβάζουμε ποιήματα κάτου απ’ την πασχαλιά.
Θα ξεπεράσουμε το πλάνο μας· – κάθε ώρα, κάθε στιγμή,
λίγο πιότερη λευτεριά, λίγο πιότερη αγάπη· – το καινούργιο εργοστάσιο
η καινούργια εργατική συνοικία· – παράξενη που ’ναι η χαρά μας.
Κι όταν πεθαίνουμε – παράξενη που ’ναι ή χαρά μας,
να κοιτάζουμε τις μέρες που ’ρχονται
χαρούμενες στην καμπύλη του ορίζοντα
όπως κοιτάζουμε τα βαγόνια της εναέριας σιδηροδρομικής γραμμής στην καινούργια σοσιαλιστική πολιτεία μας
ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΙΓΚΡΑΝΤ.
Ορκιστείτε.
ΑΥΡΙΟ ΜΕΘΑΥΡΙΟ θα επιστρέψουμε απ’ το μεγάλο πόνο μας στις καθημερινές δουλειές μας,
θα φάμε το ψωμί μας. Το ψωμί είναι νόστιμο
όσο πικρές κι αν είναι οι μέρες μας. Πρέπει να φάμε το ψωμί μας.
Πρέπει να ζήσουμε, να διεκδικήσουμε τη ζωή μας και το δίκιο σας.
Μα και την ώρα που θα τρώμε θα ’μαστε έτοιμοι. Το ξέρουμε
είναι βαριά η κληρονομιά σου Μπελογιάννη –
θαν τη σηκώσουμε στους ώμους μας.
Συχνά δυσκολευόμαστε, θα δυσκολευτούμε πιότερο –
θα την κρατήσουμε στους ώμους μας.
Η πληγή μας μεγαλώνει μέρα με τη μέρα, το ίδιο κι η πίστη μας.
Θα φέρουμε την κληρονομιά σου στους ώμους μας,
ως την πόρτα του ήλιου, Μπελογιάννη.
Καλημέρα αδέρφια μου.
Καλημέρα ήλιε
Καλημέρα κόσμε.
Ο Μπελογιάννης μας έμαθε άλλη μια φορά
πώς να ζούμε και πώς να πεθαίνουμε.
Μ’ ένα γαρύφαλλο ξεκλείδωσε όλη την αθανασία.
Μ’ ένα χαμόγελο έλαμψε τον κόσμο για να μη νυχτώνει.
Καλημέρα σύντροφοι
Καλημέρα ήλιε
Καλημέρα Μπελογιάννη.
Τώρα, ας βροντήσουνε της λευτεριάς τα τύμπανα κι οι σάλπιγγες.
Καλημέρα Μπελογιάννη.
ΑΚΟΜΗ μια φορά. Ακόμη μια φορά
εσύ Νίκο πολέμησες για όλους μας
εσύ νίκησες για όλους μας
εσύ απόδειξες
πόσο μικρά είναι αυτή την ώρα τα μικρά όνειρα,
η ψάθινη πολυθρόνα του περιβολιού, το πράσινο τραπεζάκι,
η σιγουριά απ’ τα κάγκελα του κρεβατιού τις νύχτες – πόσο μικρά
μπροστά στο μπόι της χαράς να πεθαίνεις
για τη χαρά του κόσμου.
Εσύ απόδειξες
πόσο μικρή είναι η λευτεριά να φιλάς ένα στόμα
να κάθεσαι βουβός στο πεζούλι της βραδιάς
δίχως να δίνεις λόγο που κοιτάζουν τα μάτια σου,
να βάζεις κάτου άπ’ τήν καρδιά σου δυο ζεστά αστρουλάκια
όπως βάζεις πριν κοιμηθείς, κάτου απ’ το προσκέφαλό σου,
το κλειδί του σπιτιού σου και το ρολόι σου.
Πόσο μικρή είναι τούτη η λευτεριά μπροστά στην άγρια λευτεριά
να βγάζεις την καρδιά σου σα γαρύφαλλο απ’ τον κόρφο σου
για να μοσκοβολάν τα σύμπαντα θυσία και ειρήνη.
Α, ναι, πονάμε απ’ τη χαρά να ’μαστε οι άνθρωποι,
κρατώντας τη βάρδια μας μερόνυχτα σε μια κορφή του κόσμου,
βόσκοντας το κοπάδι των άστρων πάνω απ’ τα ερείπια,
βράζοντας στο μεγάλο καζάνι της νύχτας
το πηχτό γάλα της χαράς για τα παιδιά που αύριο θα γεννηθούνε.
Νίκο, πονάμε καθώς πόνεσες και συ, απ’ τη χαρά να ’μαστε οι άνθρωποι.
Καλημέρα ανθρώποι μου
Καλημέρα ήλιε
Καλημέρα Μπελογιάννη.

ΑΗ-ΣΤΡΑΤΗΣ, 30 Μαρτίου 1952

Ρίτσος Γιάννης, Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο

Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2015

Εκείνος άκουγε την πεταλούδα



Εκείνος άκουγε την πεταλούδα που γυρνούσε
 στο ποτήρι του ψυχοσάββατου
και την κόρη του ψαρά που άλεθε 
στο μύλο του καφέ την ησυχία.
- Γιάννης Ρίτσος


Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2015

Ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸ γαρύφαλο

 


Σήμερα τὸ στρατόπεδο σωπαίνει.
Σήμερα ὁ ἥλιος τρέμει ἀγκιστρωμένος στὴ σιωπὴ
ὅπως τρέμει τὸ σακάκι τοῦ σκοτωμένου στὸ συρματόπλεγμα.
Σήμερα ὁ κόσμος εἶναι λυπημένος.
Ξεκρέμασαν μία μεγάλη καμπάνα καὶ τὴν ἀκούμπησαν στὴ γῆ.
Μὲς στὸ χαλκό της καρδιοχτυπᾶ ἡ εἰρήνη.
Σιωπή. Ἀκοῦστε τούτη τὴν καμπάνα.
Σιωπή. Οἱ λαοὶ περνοῦν σηκώνοντας στοὺς ὤμους τους
τὸ μέγα φέρετρο τοῦ Μπελογιάννη.

 Ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸ γαρύφαλο - Γιάννης Ρίτσος

Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2014

Γειτονιές του κόσμου



Να λείπεις- δεν είναι τίποτα να λείπεις.
Αν έχεις λείψει για ό,τι πρέπει,
θα 'σαι για πάντα μέσα σ' όλα εκείνα
που γι' αυτά έχεις λείψει,
θα 'σαι για πάντα
μέσα σ' όλο τον κόσμο.

Γιάννης Ρίτσος 


Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2014

Μικρὴ σουΐτα σὲ κόκκινο μεῖζον



Πλῆθος λεμόνια
ἐπάνω στὸ τραπέζι
στὶς καρέκλες
στὸ κρεβάτι
κίτρινες λάμψεις
τρέχουν τὸ σῶμα σου
μ᾿ ἀρέσει ποὺ βρέχει
νύχτα μὲ χίλια λεμόνια
καὶ ξαφνικὰ ὁ φακὸς τοῦ δασοφύλακα
νὰ σταματάει τοὺς βρεγμένους λαγοὺς
στὰ πισινά τους πόδια.

Ὢ ἀλάνθαστο σῶμα
πόσα καὶ πόσα λάθη
μ᾿ ἕνα μικρὸ διαβατικὸ φεγγάρι
στὰ γυμνὰ δέντρα τοῦ πεζοδρομίου
ἀδειοῦχοι στρατιῶτες καπνίζουν
κάτω ἀπ᾿ τὸ ὑπόστεγο
βρέχει ὅλη μέρα
ἀκούω τὸ νερὸ νὰ κυλάει ἀτέλειωτο
ἀπ᾿ τὰ λούκια στὸ δρόμο
παρότι τὸ ξέρω
αὐτὸ τὸ εἰσιτήριο
εἶναι ἐκπρόθεσμο πιά.

Τὸ σῶμα -λέει-
στὴ γενική: τοῦ σώματος
καὶ γενικὰ τὸ σῶμα
ἄλλη λέξη πυκνότερη δὲν ἔχω
παίρνω τὴ νάϋλον σακούλα
μπαίνω στὰ λαϊκὰ ἑστιατόρια
μαζεύω ψαροκόκαλα
γιὰ τὶς ἄγριες γάτες τῆς γειτονιᾶς
στὰ διαλείματα -λέει-
κουβεντιάζω μὲ τοὺς μουσικοὺς
στὰ σκοτεινὰ παρασκήνια-
τί ἀπέραντη ἀπόσταση διανύω
ἀπ᾿ τὸ σῶμα σου
ἕως τὸ σῶμα σου.

Μικρὴ σουΐτα σὲ κόκκινο μεῖζον - Γιάννης Ρίτσος

Τετάρτη 21 Μαΐου 2014

Κι έρχομαι μονάχα να σ’ αγκαλιάσω


Κι έρχομαι μοναχά να σ' αγκαλιάσω και να κλάψω αδελφέ μου,
όπως ο ερωτευμένος που γυρνάει από χρόνια στην καλή του,
και μ' ένα του φιλί,
της λέει όλα τα χρόνια που περίμενε,
κι όλα τα χρόνια που τους περιμένουν,
πέρα απ' το φιλί τους.

 Κι έρχομαι μονάχα να σ’ αγκαλιάσω - Γιάννης Ρίτσος


Πέμπτη 8 Μαΐου 2014

Ἐαρινὴ Συμφωνία ΧVI



XVI
Χαρὰ χαρά.
Δὲ μᾶς νοιάζει
τί θ᾿ ἀφήσει τὸ φιλί μας
μέσα στὸ χρόνο καὶ στὸ τραγούδι.
Ἀγγίξαμε
τὸ μέγα ἄσκοπο
ποὺ δὲ ζητᾷ τὸ σκοπό του.
Ὁ Θεὸς
πραγματοποιεῖ τὸν ἑαυτό του
στὸ φιλί μας.
Περήφανοι ἐκτελοῦμε
τὴν ἐντολὴ τοῦ ἀπείρου.
Ἕνα μικρὸ παράθυρο
βλέπει τὸν κόσμο.
Ἕνα σπουργίτι λέει
τὸν οὐρανό.
Σώπα.
Στὴν κόγχη τῶν χειλιῶν μας
ἑδρεύει τὸ ἀπόλυτο.
Σωπαίνουμε κι ἀκοῦμε
μὲς στὸ γαλάζιο βράδι
τὴν ἀνάσα τῆς θάλασσας
καθὼς τὸ στῆθος κοριτσιοῦ εὐτυχισμένου
ποὺ δὲ μπορεῖ νὰ χωρέσει
τὴν εὐτυχία του.
Ἕνα ἄστρο ἔπεσε.
Εἶδες;
Σιωπή.
Κλεῖσε τὰ μάτια.


Γιάννης Ρίτσος - Ἐαρινὴ Συμφωνία ΧVI

 

Δευτέρα 31 Μαρτίου 2014

Αν άφεση δεν είναι η ποίηση



Αν άφεση δεν είναι η ποίηση, –ψιθύρισε μόνος του– τότε, από πουθενά μην περιμένουμε έλεος.
- Γιάννης Ρίτσος

Τρίτη 25 Μαρτίου 2014

Μὲ τόσα φύλλα


Μὲ τόσα φύλλα σοῦ γνέφει ὁ ἥλιος καλημέρα
Μὲ τόσα φλάμπουρα νὰ λάμπει ὁ οὐρανὸς
Καὶ τοῦτοι μὲς στὰ σίδερα, καὶ κεῖνοι μὲς στὸ χῶμα
Καὶ τοῦτοι μὲς στὰ σίδερα, καὶ κεῖνοι μὲς στὸ χῶμα
Σώπα, ὅπου νά ῾ναι θὰ σημάνουν οἱ καμπάνες
Αὐτὸ τὸ χῶμα εἶναι δικό τους καὶ δικό μας.

Κάτω ἀπ᾿ τὸ χῶμα, μὲς στὰ σταυρωμένα χέρια τους
κρατᾶνε τῆς καμπάνας τὸ σκοινὶ
προσμένουνε τὴν ὥρα,
προσμένουν νὰ σημάνουν τὴν Ἀνάσταση.

Τοῦτο τὸ χῶμα εἶναι δικό τους καὶ δικό μας
Δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ μᾶς τὸ πάρει.

Σώπα, ὅπου νά ῾ναι θὰ σημάνουν οἱ καμπάνες
Αὐτὸ τὸ χῶμα εἶναι δικό τους καὶ δικό μας.

Γιάννης Ρίτσος - Μὲ τόσα φύλλα

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2014

Εἶναι ὁρισμένοι στίχοι



Εἶναι ὁρισμένοι στίχοι-κάποτε ὁλόκληρα ποιήματα-
ποὺ μήτε ἐγὼ δὲν ξέρω τί σημαίνουν. Αὐτὸ ποὺ δὲν ξέρω
ἀκόμη μὲ κρατάει. Κι ἐσὺ ἔχεις δίκιο νὰ ρωτᾷς.
Μὴ μὲ ρωτᾷς.
Δὲν ξέρω σοῦ λέω.
Δυὸ παράλληλα φῶτα ἀπ᾿ τὸ ἴδιο κέντρο. Ὁ ἦχος τοῦ νεροῦ
ποὺ πέφτει τὸν χειμῶνα, ἀπ᾿ τὸ ξεχειλισμένο λοῦκι
ἢ ὁ ἦχος μιᾶς σταγόνας καθὼς πέφτει
ἀπό ῾να τριαντάφυλλο στὸν ποτισμένο κῆπο
ἀργὰ-ἀργὰ ἕνα ἀνοιξιάτικο ἀπόβραδο
σὰν τὸν λυγμὸ ἑνὸς πουλιοῦ. Δὲν ξέρω
τί σημαίνει αὐτὸς ὁ ἦχος-ὡστόσο ἐγὼ τὸν παραδέχομαι.
Τ᾿ ἄλλα ποὺ ξέρω στὰ ἐξηγῶ. Δὲν τὸ ἀμελῶ.
Ὅμως κι αὐτὰ προσθέτουν στὴ ζωή μας. Κοιτοῦσα
ὅπως κοιμότανε, τὸ γόνατό της νὰ γωνιάζει τὸ σεντόνι-
Δὲν ἦταν μόνο ὁ ἔρωτας. Αὐτὴ ἡ γωνία
εἶναι ἡ κορυφογραμμὴ τῆς τρυφερότητας, καὶ τὸ ἄρωμα
τοῦ σεντονιοῦ, τοῦ λευκοῦ καὶ τῆς ἄνοιξης, συμπλήρωναν
ἐκεῖνο τὸ ἀνεξήγητο ποὺ ζήτησα, ἄσκοπα καὶ πάλι, νὰ στὸ ἐξηγήσω.

Γιάννης Ρίτσος - Εἶναι ὁρισμένοι στίχοι

Πέμπτη 20 Μαρτίου 2014

Κοριτσάκι μου



Κοριτσάκι μου,
μὲς στὸ βουβὸ πηγάδι τοῦ φεγγαριοῦ
σοῦ ῾πέσε ἀπόψε τὸ πρῶτο δαχτυλίδι σου.
Δὲν πειράζει.
Ἀργότερα θὰ φτιάξεις ἄλλο
νὰ παντρευτεῖς τὸν κόσμο μὲς στὸν ἥλιο.
Γιατὶ δὲν εἶναι κοριτσάκι
νὰ μάθεις μόνο ἐκεῖνο ποὺ εἶσαι,
ἐκεῖνο ποὺ ἔχεις γίνει,
εἶναι νὰ γίνεις
ὅ,τι ζητάει
ἡ εὐτυχία τοῦ κόσμου.
Ἄλλη χαρὰ
δὲν εἶναι πιὸ μεγάλη
ἀπ᾿ τὴ χαρὰ ποὺ δίνεις
Νὰ τὸ θυμᾶσαι κοριτσάκι.

Κοριτσάκι μου,
θέλω νὰ σοῦ φέρω
τὰ φαναράκια τῶν κρίνων
νὰ σοῦ φέγγουν τὸν ὕπνο σου.
Θέλω νὰ σοῦ φέρω ἕνα περιβολάκι
ζωγραφισμένο μὲ λουλουδόσκονη
πάνω στὸ φτερὸ μιᾶς πεταλούδας
νὰ σεργιανάει τὸ γαλανὸ ὄνειρό σου.
Θέλω νὰ σοῦ φέρω
ἕνα σταυρουλάκι αὐγινὸ φῶς
δυὸ ἀχτίνες σταυρωτὲς ἀπὸ τοὺς στίχους μου
νὰ σοῦ ξορκίζουν τὸ κακὸ
νὰ σοῦ φωτᾶνε μὴ σκοντάψεις
 
 
 Γιάννης Ρίτσος - Γιὰ τὴν κόρη του
 

Τετάρτη 12 Μαρτίου 2014

Ὧρες βροχῆς



Ἤρθαν οἱ πρῶτες βροχές. Ἄλογα μουσκεμένα
Στέκονται κάτω ἀπ᾿ τὰ δέντρα μὲ μισόκλειστα μάτια
Κάνοντας πὼς μασᾶνε λίγο ξερὸ χορτάρι
Μέσα στὴ φθινοπωρινή τους ἄνοια. Ἡ Μαρία
Θά ῾θελε νὰ χτενίσει μὲ τὴ χτένα της τὴ βρεγμένη τους χαίτη. Ἀλλὰ
Οἱ τελευταῖοι παραθεριστὲς ἔφευγαν κιόλας. Μιὰ κότα
Λίγο πιὸ κεῖ κακάριζε ἀνάρμοστα. Κι ἦταν μιὰ λύπη
Νὰ βλέπεις πλῆθος τὰ σπουργίτια πεινασμένα νὰ χαμοπετᾶνε
Στὰ τρυγημένα ἀμπέλια, νὰ βλέπεις καὶ τὰ σύννεφα
Ν᾿ ἀλλάζουν, νὰ σκίζονται, νὰ τρέχουν παρ᾿ ὅτι
Καρφωμένα ἐδῶ κι ἐκεῖ μὲ μαῦρες πρόκες ἀπὸ κοράκια.
Ἔτσι, μέσα σὲ λίγες ὧρες, γέρασε ἡ Μαρία.


 Γιάννης Ρίτσος - Ὧρες βροχῆς

Κυριακή 9 Μαρτίου 2014

Σάρκινος Λόγος Ι.



Σάρκινος Λόγος Ι.

Τί ὄμορφη ποὺ εἶσαι. Μὲ τρομάζει ἡ ὀμορφιά σου. Σὲ πεινάω. Σὲ διψάω.
Σοῦ δέομαι: Κρύψου, γίνε ἀόρατη γιὰ ὅλους, ὁρατὴ μόνο σ᾿ ἐμένα.
Καλυμένη ἀπ᾿ τὰ μαλλιά ὡς τὰ νύχια τῶν ποδιῶν μὲ σκοτεινὸ διάφανο πέπλο
διάστικτο ἀπ᾿ τοὺς ἀσημένιους στεναγμοὺς ἐαρινῶν φεγγαριῶν.
Οἱ πόροι σου ἐκπέμπουν φωνήεντα, σύμφωνα ἰμερόεντα.
Ἀρθρώνονται ἀπόρρητες λέξεις. Τριανταφυλλιὲς ἐκρήξεις ἀπ᾿ τὴ πράξη τοῦ ἔρωτα.
Τὸ πέπλο σου ὀγκώνεται, λάμπει πάνω ἀπ᾿ τὴ νυχτωμένη πόλη μὲ τὰ ἠμίφωτα μπάρ,
τὰ ναυτικὰ οἰνομαγειρεῖα.
Πράσινοι προβολεῖς φωτίζουνε τὸ διανυκτερεῦον φαρμακεῖο.
Μιὰ γυάλινη σφαῖρα περιστρέφεται γρήγορα δείχνοντας τοπία τῆς ὑδρογείου.
Ὁ μεθυσμένος τρεκλίζει σὲ μία τρικυμία φυσημένη ἀπ᾿ τὴν ἀναπνοὴ τοῦ σώματός σου.
Μὴ φεύγεις. Μὴ φεύγεις. Τόσο ὑλική, τόσο ἄπιαστη.
Ἕνας πέτρινος ταῦρος πηδάει ἀπ᾿ τὸ ἀέτωμα στὰ ξερὰ χόρτα.
Μιὰ γυμνὴ γυναῖκα ἀνεβαίνει τὴ ξύλινη σκάλα κρατώντας μιὰ λεκάνη μὲ ζεστὸ νερό.
Ὁ ἀτμὸς τῆς κρύβει τὸ πρόσωπο.
Ψηλὰ στὸν ἀέρα ἕνα ἀνιχνευτικὸ ἑλικόπτερο βομβίζει σὲ ἀόριστα σημεῖα.
Φυλάξου. Ἐσένα ζητοῦν. Κρύψου βαθύτερα στὰ χέρια μου.
Τὸ τρίχωμα τῆς κόκκινης κουβέρτας ποὺ μᾶς σκέπει, διαρκῶς μεγαλώνει.
Γίνεται μία ἔγκυος ἀρκούδα ἡ κουβέρτα.
Κάτω ἀπὸ τὴ κόκκινη ἀρκούδα ἐρωτευόμαστε ἀπέραντα,
πέρα ἀπ᾿ τὸ χρόνο κι ἀπ᾿ τὸ θάνατο πέρα, σὲ μιὰ μοναχικὴ παγκόσμιαν ἕνωση.
Τί ὄμορφη ποὺ εἶσαι. Ἡ ὀμορφιά σου μὲ τρομάζει.
Καὶ σὲ πεινάω. Καὶ σὲ διψάω. Καὶ σοῦ δέομαι: Κρύψου.

Γιάννης Ρίτσος

Σάββατο 30 Μαρτίου 2013

Γυμνό σώμα



Εἶπε:
ψηφίζω τὸ γαλάζιο.
Ἐγὼ τὸ κόκκινο.
Κι ἐγώ.

Τὸ σῶμα σου ὡραῖο
Τὸ σῶμα σου ἀπέραντο.
Χάθηκα στὸ ἀπέραντο.

Διαστολὴ τῆς νύχτας.
Διαστολὴ τοῦ σώματος.
Συστολὴ τῆς ψυχῆς.

Ὅσο ἀπομακρύνεσαι
Σὲ πλησιάζω.

Ἕνα ἄστρο
ἔκαψε τὸ σπίτι μου.

Οἱ νύχτες μὲ στενεύουν
στὴν ἀπουσία σου.
Σὲ ἀναπνέω.

Ἡ γλῶσσα μου στὸ στόμα σου
ἡ γλῶσσα σου στὸ στόμα μου-
σκοτεινὸ δάσος.
Οἱ ξυλοκόποι χάθηκαν
καὶ τὰ πουλιά.

Ὅπου βρίσκεσαι
ὑπάρχω.

Τὰ χείλη μου
περιτρέχουν τ᾿ ἀφτί σου.

Τόσο μικρὸ καὶ τρυφερὸ
πῶς χωράει
ὅλη τὴ μουσική;

Ἡδονή-
πέρα ἀπ᾿ τὴ γέννηση,
πέρα ἀπ᾿ τὸ θάνατο.
Τελικὸ κι αἰώνιο
παρόν.

Ἀγγίζω τὰ δάχτυλα
τῶν ποδιῶν σου.
Τί ἀναρίθμητος ὀ κόσμος.

Μέσα σε λίγες νύχτες
πῶς πλάθεται καὶ καταρρέει
ὅλος ὁ κόσμος;

Ἡ γλῶσσα ἐγγίζει
βαθύτερα ἀπ᾿ τὰ δάχτυλα.
Ἑνώνεται.

Τώρα
μὲ τὴ δική σου ἀναπνοὴ
ρυθμίζεται τὸ βῆμα μου
κι ὁ σφυγμός μου.

Δυὸ μῆνες ποὺ δὲ σμίξαμε.
Ἕνας αἰῶνας
κι ἐννιὰ δευτερόλεπτα.

Τί νὰ τὰ κάνω τ᾿ ἄστρα
ἀφοῦ λείπεις;

Μὲ τὸ κόκκινο τοῦ αἵματος
εἶμαι.
Εἶμαι γιὰ σένα.

Γυμνό σώμα – Γιαννης Ρίτσος

Πέμπτη 7 Μαρτίου 2013

Τα Ερωτικά


Θέλω να περιγράψω το σώμα σου.
Το σώμα σου είναι απέραντο.
Το σώμα σου είναι ένα λεπτό ροδοπέταλο σ' ένα ποτήρι καθαρό νερό.
Το σώμα σου ένα άγριο δάσος με σαράντα μαύρους ξυλοκόπους.
Το σώμα σου βαθειές νοτισμένες κοιλάδες πριν βγει ο ήλιος.
Το σώμα σου δυό νύχτες με καμπαναριά,
με διάττοντες και μ' εκτροχιασμένα τραίνα.

Το σώμα σου ένα ημίφωτο μπαρ με μεθυσμένους ναύτες και καπνέμπορους·
χτυπάνε στράκες, σπάζουν ποτήρια, φτύνουν, βλαστημούν.
Το σώμα σου
ένας ολάκερος στόλος  υποβρύχια, θωρηκτά, κανονιοφόροι· θορυβώδεις άγκυρες ανεβαίνουν· τρέχουν νερά στο κατάστρωμα·
ένας μούτσος
πηδάει απ' το κατάρτι στη θάλασσα.
Το σώμα σου
πολύφωνη σιωπή σκισμένη από πέντε μαχαίρια, τρεις ξιφολόγχες κι ένα σπαθί.
Το σώμα σου μια διάφανη λίμνη, στο βυθό της φαίνεται η λευκή βουλιαγμένη πολιτεία.

Το σώμα σου ένα τεράστιο ακάθεκτο χταπόδι μες στη γυάλα του φεγγαριού

με ματωμένα πλοκάμια πάνω απ' τις φωταγωγημένες λεωφόρους, όπου το απόγευμα

πέρασε αργόπρεπα η κηδεία του τελευταίου αυτοκράτορα.
Πολλά λουλούδια πατημένα μένουν στην άσφαλτο βρεγμένα με βενζίνη.
Το σώμα σου ένα παλιό μπορντέλο της οδού Προαστίου με γριές πουτάνες, βαμμένες

με λιπαρά φτηνά κραγιόνια· φοράνε ψεύτικες μακριές βλεφαρίδες·

είναι και μια νεαρή πρωτόπειρη, ηδονίζεται μ' όλους τους πελάτες,

αφήνει τα λεφτά στο κομοδίνο της, ξεχνάει να τα μετρήσει.
Το σώμα σου είναι ένα ρόδινο μικρό κορίτσι·
κάθεται κάτω απ' τη μηλιά και τρώει
μια φέτα φρέσκο ψωμί και μια κόκκινη αλατισμένη ντομάτα· κάθε τόσο χώνει κ' ένα άνθος της μηλιάς στα στήθη της.
Το σώμα σου ένα τζιτζίκι στ' αφτί του τρυγητή,
ρίχνει μια σκιά μενεξελιά
στο μελαμψό λαιμό του
και τραγουδάει μονάχο του όσα δεν μπορούν να πουν όλα μαζί τα σταφύλια.

Το σώμα σου είναι ένα ξάγναντο μεγάλο αλώνι στη κορφή του λόφου,
έντεκα ολόλευκα άλογα αλωνίζουνε τα στάχυα της Γραφής·
χρυσάφι τ' άχυρα
καρφώνουνε μικρούς καθρέφτες στα μαλλιά σου
και λαμποκοπούν
τα τρία ποτάμια όπου μεγάλες μαύρες αγελάδες με αδαμάντινα στέμματα σκύβουν, πίνουν νερό και κλαίνε.
Το σώμα σου είναι απέραντο.
Το σώμα σου απερίγραπτο.
Και θέλω να το περιγράψω,
να το κρατήσω πιο σφιχτά στο σώμα μου,
να το χωρέσω και να με  χωρέσει.

                               
  Γιάννης Ρίτσος - Τα Ερωτικά